Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Παραδείσια... 2011...

Ταξίδι Αθήνα-Καλαμάτα μέσα στον αποστειρωμένο αυτοκινητόδρομο... Τα αμάξια γύρω σφυρίζουν κι ο πλευρικός άνεμος μου τραβάει το τιμόνι. Κόβω ταχύτητα... Κόμβος Μεγαλόπολης, ο αυτοκινητόδρομος τελειώνει. Οδηγώ πια πιο αργά τα τελευταία χιλιόμετρα ώς την Καλαμάτα και να σου δίπλα στο δρόμο ο σιδηροδρόμικός σταθμός των Παραδείσιων, ορεινή Αρκαδία. Αυτή τη φορά θα σταματήσω! Παρκάρω το αυτοκίνητό μου στην άκρη του δρόμου και βγαίνω με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κατηφορίζω το μικρό δρομάκι ώς το σταθμό... Ερημιά, βανδαλισμός, σκουπίδια,περιττώματα και εγκατάλειψη...

Η καρδιά μου σφίγγεται... Πατάω πάνω στις ολοκαίνουργιες ράγες χωρίς να φοβάμαι αν θα περάσει κάποιο τραίνο πια... Σκουριάζουν ήδη...
Μια ανακαινισμένη γραμμή που δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε για ένα τακτικό δρομολόγιο. Λεφτά του ελληνικού λαού πεταμένα σε ένα εγκληματικό σκάνδαλο για το οποίο κανείς δεν λογοδότησε!

Κλικ και φωτογραφίζω τον παλιό ερειπωμένο σταθμό. Ένα πέτρινο κομψοτέχνημα εγαταλελειμένο στο έλεος των στοιχείων της φύσης...

Ανάβω ένα τσιγάρο και ο άνεμος που σφυρίζει μου φέρνει στο μυαλό σφύριγμα ατμομηχανής... Βλέπω ανθρώπους στη μικρή αποβάθρα... Επιβάτες να κατεβαίνουν φιλιά καλωσορίσματος... κι αποχωρισμού... γυναίκες του χωριού με τα καλαθάκια τους... και το σταθμάρχη να σφυρίζει την αναχώρηση... Θυμάμαι δικά μου ταξίδια με το τραίνο σπάνια να σταματάει πια τα τελευταία χρόνια στο μικρό σταθμό. Τελειώνω το τσιγάρο μου και αγναντεύω τη γραμμή. Πάω να φύγω, βάρυνα... Μια ανορθόγραφη πρόταση στο εσωτερικό του βανδαλισμένου σταθμού μου τραβάει την προσοχή:

ΚΟΥΡΑΓΙΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΕΘΑΙΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Στα χείλη μου διαγράφεται ένα πικρό χαμόγελο... Μπαίνω πάλι στο μεταλλικό μου κέλυφος γυρίζω το κλειδί η μηχανή παίρνει μπρος... Δακρύζω...

antianemikos καλοκαίρι 1980 ΣΣ Κορίνθου
Α' θέση στο ρυμουλκούμενο όχημα της αυτοκινητάμαξας Die Dietrich
στο μακρύ (7.30 ώρες) ταξίδι Αθήνα-Καλαμάτα





2-6-2007 το τελευταίο δρομολόγιο από Αθήνα για Πελοπόννησο


Κι όλο στον ουρανό το τραίνο πήγαινε
άιντε και νύχτωνε
πίσω του δάσος ορφανό
άφηνε μιαν ουρά καπνό
στο ματωμένο δειλινό
...
Άιντε και ντε...
άιντε τα τραίνα βούλιαξαν
ένα μονάχο καταμόναχο
έξω απ' τις ράγες πήγαινε
με τους νεκρούς του θερμαστές
και τους νεκρούς εισπράκτορες
....

Γιάννης Ρίτσος